Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Απόφαση ελεγκτικού συνεδρίου σχετικά με οδηγία - πλαίσιο 89/391 ΕΟΚ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ Ι

Αποτελούμενο από τον Πρόεδρο αυτού Ευστάθιο Ροντογιάννη, Αντιπρόεδρο, τους Συμβούλους, Ηλία Αλεξανδρόπουλο και Σωτηρία Ντούνη (εισηγητή), και τους Παρέδρους Στυλιανό Λεντιδάκη και Βιργινία Σκεύη, οι οποίοι μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο, συνεδρίασε στην αίθουσα διασκέψεων του Καταστήματος του, που βρίσκεται στην Αθήνα, σήμερα, 3 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως, Αλεξάνδρας Ηλιοπούλου, για να αποφανθεί, ύστερα από σχετική διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Ηλείας και της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στον ίδιο Νομό, αν πρέπει να θεωρηθούν τα 48 έως 61, οικονομικού έτους 2007, χρηματικά εντάλματα πληρωμής της ανωτέρω Υπηρεσίας.

Αφού μελέτησε τα στοιχεία του φακέλου

Και Έλαβε υπόψη:

Την 96/18.4.2007 έγγραφη γνώμη του Συμβούλου, Αντωνίου Νικητάκη που ασκεί καθήκοντα Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και αναπληρώνει τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας που κωλύεται, σύμφωνα με την οποία τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα πληρωμής δεν πρέπει να θεωρηθούν.

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Ηλείας αρνήθηκε, με την 11/22.3.2007 πράξη επιστροφής, να θεωρήσει τα 48 - 61, οικονομικού έτους 2007, χρηματικά εντάλματα πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.) στο Νομό Ηλείας, συνολικού ποσού 279.664,87 ευρώ, τα οποία αφορούν στην καταβολή αποζημίωσης για ενεργείς εφημερίες, που πραγματοποίησαν κατά το μήνα Ιανουάριο 2007 οι ειδικευμένοι, επικουρικοί, ειδικευόμενοι και αγροτικοί ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Πύργου «Ανδρέας Παπανδρέου», του Γενικού Νοσοκομείου - Κέντρου Υγείας Κρεστένων και του Γενικού Νοσοκομείου Αμαλιάδας. Τη θεώρηση των ενταλμάτων αυτών αρνήθηκε ο Επίτροπος με την αιτιολογία ότι οι εντελλόμενες με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα δαπάνες δεν είναι νόμιμες για το λόγο ότι δεν επισυνάπτεται σε αυτά βεβαίωση των ανωτέρω Νοσοκομείων από την οποία να προκύπτει ότι ο μέσος όρος της εβδομαδιαίας εργασίας των φερομένων ως δικαιούχων των ως άνω χρηματικών ενταλμάτων ιατρών δεν υπερβαίνει τις 58 ώρες (για τους ειδικευόμενους ιατρούς) και τις 48 ώρες (για τις λοιπές κατηγορίες ιατρών), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παράγραφος 2 του π.δ. 88/1999, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 5 του π.δ. 76/2005, και 6 του π.δ. 88/1999, αντίστοιχα, ενώ η διάταξη του άρθρου έκτου του ν. 3527/2007 (ΦΕΚ Α' 25/9.2.2007), με την οποία ανεστάλη μέχρι 30.6.2007 η ισχύς των προαναφερόμενων διατάξεων, αφενός δεν είναι ισχυρά ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 28 του συντάγματος και σε κάθε περίπτωση δεν αφορά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, διότι δεν έχει αναδρομική ισχύ αλλά ισχύει από τον χρόνο δημοσίευσης της (9.2.2007). Ακολούθως, η ανωτέρω Υ.Δ.Ε., με το 1082, 1121, 122272007/4.4.2007 έγγραφο του Διευθυντή της, επανέφερε τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα στον Επίτροπο για θεώρηση υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των εντελλόμενων με αυτά δαπανών, επισυνάπτοντας και τα 4532/2.4.2007, 1209/2.4.2007 και 856/3.4.2007 έγγραφα των Διοικητών των ως άνω Νοσοκομείων. Ο Επίτροπος, όμως, ενέμεινε στην άρνηση του να τα θεωρήσει και, ως εκ τούτου, ανέκυψε διαφωνία, για την άρση της οποίας νόμιμα απευθύνεται με την από 5.4.2007 έκθεση του στο Τμήμα τούτο, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 του π.δ/τος 774/1980 και της Φ.Γ8/15686/8.7.2002 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Β' 1242), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την Φ.Γ8/22431/6.10.2004 (Β' 1620) όμοια, μετά την τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 139 παρ. 1 του π.δ/τος 1225/1981 διαδικασίας, παραδεκτώς επιλαμβάνεται της υπόθεσης αυτής.

2. Στο πλαίσιο εφαρμογή και εξειδίκευσης της οδηγίας - πλαίσιο 89/391 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 «Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση και την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία» (Ε 183/29.6.1989), με την οποία θεσπίζονται οι γενικές αρχές της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων εκδόθηκε η οδηγία 93/104/ΈΚ του Συμβουλίου της 23 ης Νοεμβρίου 1993 «σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας» (ί 307/13.12.1993).

Με την κοινοτική αυτή οδηγία, η οποία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, δηλαδή σε όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής, κλπ), επιδιώκεται η εναρμόνιση των εθνικών ρυθμίσεων των κρατών μελών σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας, και ειδικότερα την ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, την μέγιστη διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας, την νυκτερινή εργασία, την εργασία με βάρδιες καθώς και την δυνατότητα θέσπισης παρεκκλίσεων, με σκοπό την εξασφάλιση και την βελτίωση της προστασίας για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων. Η οδηγία αυτή, όπως έχει τροποποιηθεί με τις οδηγίες α) 2000/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 2000 «για την τροποποίηση της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ώστε να καλυφθούν οι τομείς και δραστηριότητες που εξαιρούνται από την εν λόγω οδηγία» (L 195/1.8.2000) και β) 2002/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 2000 «για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών» (L 80/23.3.2002), κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με την οδηγία 2003/3 8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4 ης Νοεμβρίου 2003 «Σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας» (Ε. 299/18.11.2003) η οποία, σύμφωνα με το άρθρα 27 και 28 αυτής, ισχύει από 2.8.2004, ημερομηνία από την οποία καταργήθηκαν αντίστοιχα οι κωδικοποιηθείσες με αυτή οδηγίες με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς αυτών στο εσωτερικό δίκαιο. Ειδικότερα, η ως άνω κωδικοποιητική οδηγία, προβλέπει α) στο άρθρο 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 16 εδ. β', στα οποία κωδικοποιήθηκαν τα άρθρα 6 και 16 εδ. β' της οδηγίας 93/104 ΕΚ και οι διατάξεις των οποίων έχει γίνει δεκτό ότι έχουν άμεση εφαρμογή στην εθνική έννομη τάξη και παρέχουν το δικαίωμα στους ενδιαφερόμενους που έλκουν δικαίωμα από αυτές να τις επικαλεσθούν στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια μετά την πάροδο της προθεσμίας μεταφοράς τους (Δ.Ε.Κ., C- 303/98, simap, Συλλογή 2000, σ. Ι- 07963), ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις σαράντα οχτώ (48) ώρες, κατά μέσο όρο σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, συμπεριλαμβανομένων και των υπερωριών, β) στο άρθρο 17 παρ. 5, στο οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 1 παρ. 6 της οδηγίας 2000/34/ΕΚ, ότι επιτρέπονται παρεκκλίσεις με νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές ρυθμίσεις ή συλλογικές εργασίας ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων, με τον όρο ότι στους οικείους εργαζόμενους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται κατάλληλη προστασία στους οικείους εργαζόμενους από τα άρθρα 6 και 16 εδ. β' για την περίπτο3ση των ασκούμενων γιατρών για μία μεταβατική περίοδο πέντε ετών και συγκεκριμένα από την 1 η Αυγούστου 2004. Ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας αυτών, ανά περίοδο όχι μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πενήντα οκτώ (58) ώρες κατά μέσο όρο, κατά τα τρία πρώτα έτη (από 1.8.2004 μέχρι 31.7.2007), τις πενήντα έξι (56) ώρες κατά μέσο όρο κατά τα επόμενα δύο έτη και τις πενήντα δύο (52) ώρες κατά μέσο όρο για κάθε εναπομένουσα περίοδο και γ) στο άρθρο 22, στο οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 18 παρ. 1 της οδηγίας 93/104 ΕΚ ότι με τα κατάλληλα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι ο εργοδότης δεν ζητά από τον εργαζόμενο να εργασθεί πλέον των 48 ωρών ανά επταήμερο εντός της ανωτέρω περιόδου αναφοράς, εκτός εάν ο εργαζόμενος συναινεί για την παροχή της εργασίας αυτής.

Οι κανόνες που θεσπίζονται με τις διατάξεις αυτές, εφόσον δεν περιέχουν αιρέσεις ή δεν απαιτούν εξειδίκευση ή διευκρινήσεις για την εφαρμογή τους, είναι σαφείς, ορισμένοι και δεκτικοί αμέσου εφαρμογής και επομένως η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να τους μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη ή η ελλιπής μεταφορά τους, μετά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας που σε κάθε περίπτωση ήταν 23.11.1996 και 1.8.2004, αντίστοιχα (άρθρα 18 της οδηγίας 93/104 ΕΚ και 2 της οδηγίας 2000/34/ΕΚ) δεν κωλύει την άμεση ισχύ τους στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους και την επίκληση τους έναντι αυτού (Α.Π. 253/2006).

3. Περαιτέρω, για την μεταφορά των οδηγιών 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23 ης Νοεμβρίου 1993 και 2000/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 2000, που κωδικοποίησε η προαναφερόμενη κοινοτική οδηγία, στην εσωτερική έννομη τάξη, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση ο εθνικός νομοθέτης (ΔΕΚ, C- 217/1997, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή, 1999, σ. Ι- 05087, C- 478/99, Επιτροπή κατά Σουηδίας, Συλλογή 2002, σ. Ι- 4147, C-233/2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. Ι- 6625, C - 32/2005, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2006), προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια να λαμβάνουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους οι δικαιούχοι αυτών και να τα επικαλούνται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων εκδόθηκαν τα π.δ. 88/1999 «Ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/104/ΕΚ» (Α' 94) και π.δ. 76/2005 «Τροποποίηση του π.δ. 88/1999 «Ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/104/ΕΚ» (Φ.Ε.Κ. 94 Α'), αντίστοιχα. Με τα διατάγματα αυτά καθορίστηκαν, κατ' επιταγή των κοινοτικών ρυθμίσεων, οι ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, οι οποίες εφαρμόζονται παράλληλα με τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εκτός εάν οι τελευταίες θεσπίζουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους (αρθρ. 1 παρ. 1 και 2 αυτού). Ειδικότερα, το π.δ. 88/1999, προβλέπει α) στην παράγραφο 3 του άρθρου 1, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 76/2005, ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται σε όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής, κλπ) με την επιφύλαξη του άρθρου 14 αυτού (βλ. και αρθρ. 1 παρ. 3 του π.δ/τος 17/1986 «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ», ΦΕΚ 11 Α'), β) στο άρθρο 2, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 76/2005, ότι «Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος

νοούνται ως:

1. Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στην διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων

2. Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας 3. ... 7. Εβδομάδα: Η χρονική περίοδος επτά ημερών με έναρξη την 00.01 ώρα της Δευτέρας και λήξη την 24.00 της επόμενης Κυριακής. 8. ... 10. Επαρκής χρόνος ανάπαυσης: η πραγματική κατάσταση κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν τακτικές περιόδους ανάπαυσης, η διάρκεια των οποίων εκφράζεται σε μονάδες χρόνου και οι οποίες είναι επαρκώς μακρές και συνεχείς ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι δεν θα προκαλούν σωματικές βλάβες στους ίδιους, σε συναδέλφους τους ή τρίτους και ότι δεν θα βλάπτουν την υγεία τους βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, λόγω κόπωσης ή άτακτων ρυθμών εργασίας γ) στο άρθρο 3 ότι: «Για κάθε περίοδο 24 ωρών, η ελάχιστη ανάπαυση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 12 συνεχείς ώρες. Η περίοδος των 24 ωρών αρχίζει την 00:01 και λήγει την 24:00 ώρα», δ) στο άρθρο 5, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του π.δ. 76/2005, ότι: «Στους εργαζόμενους εξασφαλίζεται ανά εβδομάδα, ελάχιστη περίοδος συνεχούς ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων (24) ωρών, η οποία συμπεριλαμβάνει κατ' αρχήν την Κυριακή, ανάλογα με τις ισχύουσες για κάθε κατηγορία εργαζομένων διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και πρακτικές, στις οποίες προστίθενται οι δώδεκα (12) συνεχείς ώρες της ημερήσιας ανάπαυσης του άρθρου 3 του παρόντος. Αν δικαιολογείται για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή από τις συνθήκες οργάνωσης της εργασίας μπορεί να οριστεί ελάχιστη περίοδο ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων (24) ωρών. ...», ε) στο άρθρο 6 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών και οι περίοδοι αδείας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες, όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου», και στ) στην παράγραφο 2 του άρθρου 14, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 76/2005, ότι: «Επιτρέπονται επίσης παρεκκλίσεις, με την επιφύλαξη της ισχύουσας νομοθεσίας, με συλλογικές συμβάσεις εργασίας μεταξύ των πλέον αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων ή μεταξύ εργοδοτών και των πλέον αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων ή με συμφωνίες μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων στα εργασιακά συμβούλια, υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζόμενους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται στους οικείους εργαζομένους κατάλληλη προστασία σύμφωνα και με την εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 1 του π.δ. 17/1996. 2.1. Από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 α)... β)... γ) Για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής, ιδίως: ι) Για τις υπηρεσίες τις σχετικές με την υποδοχή, την νοσηλεία και ή την περίθαλψη, που παρέχονται από νοσοκομεία ή παρόμοια ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των ειδικευόμενων ιατρών από ιδρύματα διαμονής και φυλακές α)... 2.4 Από το άρθρο 6 για την περίπτωση των ασκούμενων (ειδικευόμενων) γιατρών: α) Από την 1η Αυγούστου 2004 και μία μεταβατική περίοδο πέντε ετών, ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των ειδικευόμενων γιατρών, ανά περίοδο όχι μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πενήντα οκτώ (58) ώρες κατά μέσο όρο, κατά τα τρία πρώτα έτη (από 1.8.2004 μέχρι 31.7.2007) και τις πενήντα έξι ώρες (56) ώρες κατά τα επόμενα δύο έτη (από 1.8.2007 μέχρι 31.7.2009) συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, β) ...». Οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 6 του π.δ. 88/1999 (το οποίο αποτελεί μεταφορά των άρθρων 6 και 16 εδ. β' της οδηγίας 93/104/ΕΚ, αντίστοιχων των άρθρων 6 και 16 εδ. β' της κωδικοποιητικής οδηγίας 2003/88/ΈΚ) και 5 του π.δ. 76/2005 (το οποίο αποτελεί μεταφορά του άρθρου 1 παρ. 6 της οδηγίας 2000/34/ΕΚ, αντίστοιχου του άρθρου 17 παρ. 5 της κωδικοποιητικής οδηγίας 2003/88/ΕΚ)εξακολουθούν να ισχύουν κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή τον μήνα Ιανουάριο 2007, μετά την έκδοση του ν. 3527/2007 «Κύρωση συμβάσεων υπέρ νομικών προσώπων εποπτευόμενων από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις» (Α' 2007) που ισχύει σύμφωνα με το άρθρο δέκατο από 9.2.2007 και ο οποίος στο άρθρο έκτο ορίζει ότι: «Αναστέλλεται μέχρι τις 30.6.2007 η ισχύς της διάταξης του άρθρου 6 του π.δ. 88/1999 και της διάταξης του άρθρου 5 του π.δ. 76/2005, ως προς τους ειδικευμένους ιατρούς, τους ειδικευόμενους ιατρούς και το προσωπικό των νοσηλευτικών και παρόμοιων ιδρυμάτων. Η αναστολή της ισχύος των εν λόγω διατάξεων δύναται να παραταθεί έως τις 31.12.2007, με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Και τούτο, γιατί ούτε από διάταξη του νόμου αυτού ούτε από την εισηγητική αυτού έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στη ανωτέρω διάταξη αναδρομική ισχύ, αφού στο ακροτελεύτιο άρθρο αυτού αναφέρεται ότι η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 9.2.2007, ανεξαρτήτως του ότι και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι πράγματι αναστέλλεται η ισχύς των αναφερόμενων στο νόμο αυτό άρθρων των ανωτέρω διαταγμάτων για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 6, 16 εδ. β' και 17 παρ. 5 της κωδικοποιητικής οδηγίας αφού, όπως προεκτέθηκε, οι διατάξεις αυτές, που περιέχουν σαφείς, ορισμένους και δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη κανόνες δικαίου, εφαρμόζονται άμεσα δεδομένου μάλιστα ότι με την προηγηθείσα μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο έχει επιτευχθεί η γνωστοποίηση τους (βλ. ΔΕΚ απόφαση 6ης Μαρτίου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1980/11, σ.99, Ο- 433/1993, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή, 1995, σ. Ι- 02303).

4. Εξ άλλου, το άρθρο 45 του ν. 3205/2003 «Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., ...» (ΦΕΚ Α' 297), ορίζει ότι: «1. Η συμμετοχή των ιατρών του Ε.Σ.Υ., των μελών Δ.Ε.Π. τμημάτων ιατρικής και όλων των ιατρών που με οποιαδήποτε σχέση προσφέρουν υπηρεσία στα νοσοκομεία στο πρόγραμμα εφημερίων, είναι υποχρεωτική για όλους τους βαθμούς και βαθμίδες, σύμφωνα με τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες. 2. ... 6. Οι ιατροί που συμμετέχουν σε ενεργό εφημερία υποχρεούνται να βρίσκονται εντός του νοσοκομείου και των λοιπών μονάδων σε όλη τη διάρκεια της ... 8. Εντός του τελευταίου τριμήνου του κάθε έτους εκδίδονται κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, με τις οποίες καθορίζονται τα όρια των πιστώσεων του προϋπολογισμού για τις εφημερίες κάθε νοσοκομείου καθώς και κάθε λεπτομέρεια για τον τρόπο της εφημερίας και τον έλεγχο τους». Κατ' εξουσιοδότηση των τελευταίων διατάξεων εκδόθηκε η Υ10α/Γ.Π. 144920/23.1.2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Φ.Ε.Κ. Β' 92), με το κεφάλαιο Α' της οποίας εγκρίνεται, πλην άλλων, η πραγματοποίηση εφημερίων κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2007 από ειδικευμένους, ειδικευόμενους, επικουρικούς και αγροτικούς (μόνιμους και μη) ιατρούς των Νοσοκομείων της Β' ζώνης, στα οποία περιλαμβάνονται το Γενικό Νοσοκομείο Πύργου, το Γενικό Νοσοκομείο Αμαλιάδας, και το Γενικό Νοσοκομείο - Κέντρο Υγείας Κρεστένων, σύμφωνα με το μηνιαίο πρόγραμμα όπως εγκρίνεται από τις οικείες Διοικήσεις των Νοσοκομείων και τις διατιθέμενες για το σκοπό αυτό πιστώσεις, και με το Κεφάλαιο Δ' καθορίζονται οι κατηγορίες ιατρών που υπάγονται στην έννοια των «ειδικευόμενων γιατρών» και προβλέπεται ότι «η ενεργός εφημερία γίνεται σε 16ωρη συνεχή υπηρεσία κατά τις εργάσιμες ημέρες και 24ωρη κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, αργίες και εξαιρέσιμες ημέρες».

5. Κατ' ακολουθία αυτών σε συνδυασμό με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις, η εβδομαδιαία διάρκεια απασχόλησης των αναφερομένων στο άρθρο 45 του ν. 3205/2003 ιατρών, στην οποία περιλαμβάνεται και η εκτελούμενη από αυτούς ενεργός εφημερία, δηλαδή το χρονικό διάστημα που αυτοί είναι υποχρεωμένοι να παραμένουν στο νοσηλευτικό ίδρυμα και να παρέχουν αμελλητί τις υπηρεσίες τους, εφόσον τους ζητηθεί, άλλως μπορούν να αναπαύονται ή να απασχολούνται κατά βούληση (Δ.Ε.Κ., (C- 303/98, ,simap Συλλογή 2000, σ. Ι- 07963, Δ.Ε.Κ. C-397/01 έως C- 403/01, Preifer Συλλογή 2004, σ. Ι- 08835, c- 303/98, simaρ, Συλλογή 2000, σ. Ι- 07963, Δ.Ε.Κ. C- 14/04, Dellas, Συλλογή 2005, σ. I-10253, Δ.Ε.Κ. Α. Καρδάρας: «Ετοιμότης εργασίας, εφημερία και η νομολογία του ΔΕΚ», Ε.Εργ.Δ. τ. 65/2006, σελ. 1), δεν μπορεί να υπερβαίνει α) για την κατηγορία των ειδικευμένων ιατρών (στην οποία περιλαμβάνονται οι ειδικευμένοι, οι επικουρικοί και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί) τις 48 ώρες κατά μέσο όρο εντός χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών, αρχομένου από 1.1., 1.5. και 1.9. κάθε ημερολογιακού έτους, δεδομένου ότι ο προγραμματισμός των εφημερίων γίνεται ετησίως και μηνιαίως με βάση το ημερολογιακό έτος και β) για την κατηγορία των ειδικευόμενων ιατρών (στην οποία περιλαμβάνονται οι ειδικευόμενοι και οι μη μόνιμοι αγροτικοί ιατροί) τις 58 ώρες κατά μέσο όρο εντός δώδεκα μηνών που για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με το ημερολογιακό έτος, ανώτατο όριο που από 31.8.2007 μειώνεται στις 56 ώρες κατά μέσο όρο. Τα ως άνω, όμως, ανώτατα όρια εβδομαδιαίας εργασίας των ιατρών, παρέκκλιση των οποίων επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο μετά από τη ρητή και ανεπιφύλακτη συναίνεση του εργαζομένου (άρθρο 22 της κωδικοποιητικής οδηγίας 2003/88/ΕΚ, Δ.Ε.Κ. Ο-397/01 έως Ο- 403/01, Ρreifer Συλλογή 2004, σ. Ι- 08835), δεν τίθενται γενικά και αφηρημένα και κατά τρόπο απόλυτο, αλλά συναρτάται με την οριζόμενη από τα άρθρα 3 και 5 του π.δ. 88/1999, όπως το άρθρο 5 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 76/2005, ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση αυτού, η οποία μπορεί να περιορισθεί μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του π.δ. 88/1999 (Δ.Ε.Κ. C- 484/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας Συλλογή 2006, σ. I- 07471, Δ.Ε.Κ. C- 151/02, jeager, Συλλογή 2003, σ. Ι- 8389). Άλλωστε, οι ρυθμίσεις αυτές σκοπό έχουν όχι μόνο να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας και της υγείας των ιατρών και να την βελτιώσουν αλλά και να διαφυλάξουν την ποιότητα των παρεχόμενων από τους ιατρούς υπηρεσιών υγείας στο ευρύτερο κοινό, περιορίζοντας τις δυσλειτουργίες στον ευαίσθητο τομέα της δημόσιας υγείας (βλ. Δ.Ε.Κ. C 124/2005, Federatie Νederladse vakdeweging, Συλλογή, 2006, Ι- 03423, C- 484/2004, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2006, Ι- 07471). Εξάλλου, η μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει σε ένα κράτος μέλος μία κοινοτική οδηγία δεν δικαιολογείται από τυχόν διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης (βλ. Δ.Ε.Κ. C- 303/92, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1993, σ. Ι- 4739, C- 107/96,Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1997, σ. Ι- 3193, C- 298/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι- 03301, C- 326/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1998, σ. Ι- 06107, C- 150/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 1998, Ι- 00259, C- 387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2000, Ι- 05047), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ανάγκη εξασφάλισης της συνεχούς λειτουργίας των υπηρεσιών υγείας και περιθάλψεως έχει ρητά ληφθεί υπόψη από τον κοινοτικό νομοθέτη κατά την έκδοση των ως άνω οδηγιών, με την πρόβλεψη της δυνατότητας εισαγωγής παρεκκλίσεων από τις γενικές ρυθμίσεις που αυτές καθιερώνουν (βλ. άρθρο 14 παρ. 2.1. του π.δ. 88/1999, όπως αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του π.δ. 76/2005, στο οποίο μεταφέρθηκε το άρθρο 1 παρ. 5 της οδηγίας 2000/34/ΕΚ). Κατά συνέπεια η παραβίαση της ως άνω τιθέμενης μέγιστης διάρκειας εβδομαδιαίας εργασίας και ελάχιστης εβδομαδιαίας και ημερήσιας ανάπαυσης, χωρίς να υφίσταται ρητή και ανεπιφύλακτη συναίνεση αυτών ή χωρίς να έχουν συναφθεί σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, με την προϋπόθεση ότι χορηγούνται σ' αυτούς ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου είναι αντικειμενικά αδύνατη η χορήγηση τους, κατάλληλη προστασία σύμφωνα και με την εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου, όπως απαιτεί ο νόμος, καθιστά μη νόμιμη τη πραγματοποίηση εφημεριών από ειδικευμένους και ειδικευόμενους ιατρούς και συνεπώς μη νόμιμα καταβάλλεται σ' αυτούς η σχετική αμοιβή.

6. Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα συνοδεύοντα τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα δικαιολογητικά προκύπτουν τα εξής: Οι φερόμενοι ως δικαιούχοι, ειδικευμένοι, επικουρικοί, ειδικευόμενοι και αγροτικοί ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Πύργου «Ανδρέας Παπανδρέου», του Γενικού Νοσοκομείου - Κέντρου Υγείας Κρεστένων και του Γενικού Νοσοκομείου Αμαλιάδας πραγματοποίησαν εφημερίες κατά τον μήνα Ιανουάριο 2007 σύμφωνα με το εγκριθέν αρμοδίως σχετικό πρόγραμμα εφημερίων Ιανουαρίου 2007 καθενός από τα ανωτέρου ιδρύματα, που είχε εκδοθεί στο πλαίσιο τηςΥ10α/Γ.Π. 144920/23.1.2007 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας καιΟικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα οριζόμενα με τις διατάξεις του π.δ. 88/1999, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 ανώτατα όρια εβδομαδιαίας εργασίας και κατώτατα όρια ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης (βλ. τα σχετικά προγράμματα εφημερίων μηνός Ιανουαρίου 2007 καθώς και τα προσκομιζόμενα 4532/2.4.2007, 1209/2.4.2007 και 856/3.4.2007 έγγραφα των Διοικητών των προαναφερόμενων ιδρυμάτων, αντίστοιχα, στα οποία βεβαιώνεται ότι τα άνω προγράμματα εφημερίων, ενόψει της έκδοσης του ν. 3257/2007, καταρτίσθηκαν με βάση το προγενέστερο των διαταγμάτων αυτών νομικό καθεστώς). Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Τμήμα κρίνει ότι οι φερόμενοι ωςδικαιούχοι ιατροί κατά παράβαση των διατάξεων του π.δ. 88/1999, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005, πραγματοποίησαν εφημερίες καθ' υπέρβαση τόσο των ανωτάτων ορίων εβδομαδιαίας εργασίας όσο και των ελάχιστων ορίων ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, ενώ οι διατάξεις του άρθρου έκτου του ν. 3257/2007 δεν εφαρμόζονται κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλαδή τον μήνα Ιανουάριο 2007, γιατί αυτές δεν έχουν αναδρομική ισχύ, ανεξαρτήτως του ότι, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η ισχύς των άρθρων 6 του π.δ. 88/1999 και 5 του π.δ. 76/2005, μπορεί να ανασταλεί με τις διατάξεις του άρθρου έκτου του ν. 3257/2007, έχουν άμεση εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2003/3 8/ΈΚ, αφού η προθεσμία μεταφοράς τους στην εθνική έννομη τάξη έχει εκπνεύσει και οι διατάξεις αυτές έχουν ήδη μεταφερθεί με τα ως άνω διατάγματα στην εσωτερική έννομη τάξη με συνέπεια οι κανόνες που θεσπίζουν να έχουν καταστεί γνωστοί στους ενδιαφερόμενους για τους οποίους γεννούν δικαιώματα, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι σαφείς, ορισμένοι και δεκτικοί αμέσου εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατά συνέπεια οι εντελλόμενες με τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα δαπάνες κατά το μέρος που αφορούν καταβολή αποζημίωσης για εφημερίες που πραγματοποιήθηκαν από ιατρούς των ανωτέρω νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ειδικευμένους, επικουρικούς, ειδικευόμενους και αγροτικούς, μόνιμους και μη, καθ' υπέρβαση των τιθέμενων με την ανωτέρω κοινοτική οδηγία και τα προαναφερόμενα διατάγματα ελάχιστου ορίου ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας είναι μη νόμιμες. Περαιτέρω, ούτε η επικαλούμενη από την Υ.Δ.Ε. Πύργου και από το προαναφερόμενα Νοσοκομεία ανεπάρκεια του υπηρετούντος ιατρικού προσωπικού καθιστά νόμιμες τις εντελλόμενες με τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα δαπάνες, διότι, όπως προεκτέθηκε, τούτο δεν συνιστά λόγο που δικαιολογεί την μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλουν οι προαναφερόμενες οδηγίες στη χώρα μας. Το Τμήμα όμως, λαμβάνοντας υπόψη α) το γεγονός ότι τα ως άνω Νοσοκομεία ενόψει του 882/28.12.2006 εγγράφου του Γενικού Γραμματέα Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κατήρτισαν τα προγράμματα εφημερίων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύμφωνα με το προγενέστερο του π.δ. 88/1999, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005, νομικό καθεστώς και το άρθρο έκτο του ν. 3257/2007 και την Υ10α/Γ.Π. 144920/23.1.2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που αφορά στην πραγματοποίηση ενεργών εφημερίων από 1.1.2007 έως 31.12.2007 και β) τις αδήριτες ανάγκες παροχής ιατρικών υπηρεσιών στον ευπαθή τομέα της υγείας και τους κινδύνους που συνεπάγεται στη δημόσια υγεία η έλλειψη τους και συνεκτιμώντας τα αναφερόμενα στο 1595/3.5.2007 έγγραφο του ανωτέρω Γενικού Γραμματέα ότι επίκειται η σύναψη σχετικής συλλογικής σύμβασης εργασίας με τις αρμόδιες συνδικαλιστικές οργανώσεις καθώς και η πρόσληψη ιατρικού προσωπικού για την στελέχωση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, κρίνει ότι τα αρμόδια όργανα των προαναφερόμενων νοσοκομείων ενήργησαν όχι από πρόθεση καταστρατήγησης των σχετικών διατάξεων αλλά από συγγνωστή πλάνη, η οποία δικαιολογεί τη θεώρηση των επίμαχων χρηματικών ενταλμάτων καθώς και όσων θα εκδοθούν για την αιτία αυτή έως τη λήξη του οικονομικού έτους 2007. Κατ' ακολουθία αυτών τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα πρέπει να θεωρηθούν.

Για τους λόγους αυτούς

Αποφαίνεται ότι τα 48 - 61, οικονομικού έτους 2007, χρηματικά εντάλματα πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Νομό Ηλείας, συνολικού ποσού 279.664,87 ευρώ, πρέπει να θεωρηθούν.

ο προεδρος η εισηγητρια συμβουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: